Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του να παντρεύεσαι και να κάνεις οικογένεια είναι πως κλείνει αυτό το κεφάλαιο που λέγεται “βγαίνω ραντεβού με έναν άγνωστο και εναποθέτω τις ελπίδες μου στο σύμπαν πως -έστω- δε θα είναι ψυχοπαθής δολοφόνος, κι ας υπομείνω ένα λεκτικό βασανιστήριο που θα το θυμάμαι για πάντα”. Με το που μπαίνει η βέρα και βγαίνει το παιδί, μπορείς να πάρεις μια βαθιά ανάσα και να πεις “ουφ, τελείωσαν αυτά πια για μένα”. Και η αλήθεια είναι πως, αν όλα πάνε καλά, έχουν τελειώσει. Ή μήπως όχι;
Μήπως υπάρχει κάτι χειρότερο από το απλό dating, κάτι που μόνο ένας γονιός με μικρά παιδιά μπορεί να κατανοήσει, αλλά κανείς δεν τον προειδοποιεί γι’αυτό πριν κάνει παιδιά; Μήπως υπάρχει κάτι που θα τον κάνει να αναπολήσει εκείνα τα αποτυχημένα ραντεβού, που γινόντουσαν αργότερα ένα ανέκδοτο να συζητάει με τις παρέες του; Λυπάμαι που το παραδέχομαι, αλλά ναι, υπάρχει. Γιατί όταν είσαι γονιός με μικρό παιδί, μπορείς να μη βγαίνεις date, αλλά βγαίνεις (για) play-date. Κι αυτό μπορεί να είναι πολύ, μα πολύ, χειρότερο.

Πριν λίγο καιρό, μάθαμε ότι το μεγάλο νήπιο απέκτησε μια φιλενάδα με την οποία μοιραζόντουσαν αγκαλιές και φιλιά. Περιχαρής (εγώ) η μάνα, μίλησα με τη μαμά της λεγάμενης και κανονίσαμε να βρεθούμε σε μια παιδική χαρά για να παίξουν τα παιδιά. Η πρώτη συνάντηση κάπως άβολη, οι τυπικότητες οι γνωστές, αλλά ήταν μια σχετικά ευχάριστη εμπειρία, όσο ευχάριστο δηλαδή μπορεί να είναι το να κυνηγάς δυο νήπια που παίζουν με ένα μυτερό ξύλο διπλάσιο από το μπόι τους. Μετά από μερικές εβδομάδες, η συμμαθήτρια του νηπίου είχε γενέθλια και μας κάλεσε. Αγκαλιές, φιλιά, λίγο παιχνίδι παρέα, και πολλά tantrum λόγω της κούρασης και του sugar overdose, και για να ανταποδώσουμε την πρόσκληση, καλέσαμε τη συμμαθήτρια και τους γονείς στο σπίτι μας για να “παίξουν τα παιδιά”.
Ως εδώ καλά; Καλά. Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα θα με ρωτήσεις; Το (ένα) πρόβλημα είναι το εξής: όταν έχεις να κάνεις με τρίχρονα, από τη μία μπορεί να χρειάζονται το χρόνο τους για να νιώσουν άνετα το ένα με το άλλο, ακόμα κι αν γνωρίζονται ήδη καιρό, και επίσης, παίρνει ώρα για να μπορέσει το νήπιο που κατοικεί στο σπίτι να δείξει τα παιχνίδια του στο άλλο νήπιο που το επισκέπτεται, γιατί όταν είσαι τρία δεν κατανοείς ακριβώς τι σημαίνει το να δείξεις τι παιχνίδια έχεις, ούτε θεωρείς τα παιχνίδια σου παιχνίδια αλλά πιο πολύ διακοσμητικό στοιχείο του δωματίου σου. Που σημαίνει πως εκεί που ελπίζεις να απασχοληθούν μεταξύ τους και να πείτε έναν καφέ σαν άνθρωποι, τελικά καταλήγουν στο πάτωμα ακριβώς δίπλα σας και γίνεστε εσείς οι ψυχαγωγοί τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό.

Όταν καλείς σπίτι σου ένα ζευγάρι (και ένα παιδί) που δεν ξέρεις, εκθέτεις τον εαυτό σου σε μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση αβολοσύνης (ναι, ξέρω, δεν είναι λέξη αυτή, αλλά καταλαβαίνεις τι θέλω να πω), μιας αβολοσύνης που ακόμα κι αν έχεις φροντίσει να υπάρχει φαγητό (που συνήθως κανείς δεν αγγίζει γιατί δε νιώθει αρκετά άνετα αφενός να φάει το οτιδήποτε αφετέρου να φάει κάτι που έχει φτιάξει ένας πρακτικά άγνωστος), μουσική (τύπου χαλαρή jazz που θα ήθελες να την ακούς πλάι στο κύμα κρατώντας ένα κοκτέιλ στο χέρι αντί για μια κάλτσα και ένα μισοφαγωμένο τυροπιτάκι στο πάτωμα του σαλονιού), και κάποιες έτοιμες ερωτήσεις-κονσερβοκούτι για να σπάσει ο πάγος, αυτή κάθεται σαν τον ελέφαντα στη γωνία που κανείς δε μπορεί να αγνοήσει. Και έτσι ανταλλάσσετε μερικές τυπικότητες (εσύ με τι ασχολείσαι; και πώς γνωριστήκατε;), μερικές γενικότητες (ναι, είναι καλό το σχολείο), και μερικές συμβουλές (εμείς έτσι κόψαμε την πιπίλα/το νάνι/την πάνα). Και έχουν περάσει μόλις δέκα ολόκληρα λεπτά και δε μπορείς να βρεις δικαιολογία να το λήξεις νωρίς γιατί είσαι στο δικό σου σπίτι, ενώ το χειρότερο όλων είναι πως ξέρεις πως και οι άλλοι γονείς νιώθουν το ίδιο ακριβώς. Ότι δηλαδή μπορείτε να βρεθείτε σε μία παιδική χαρά, σε έναν παιδότοπο, σε μια πλατεία, να πείτε δυο κουβέντες, αλλά δε θα γίνετε ποτέ τίποτα παραπάνω από γνωστοί, μα είναι κάτι που κανείς δε μπορεί να πει ποτέ ρητά, ενώ θα ήταν τόσο απλό να λέγαμε “ξέρετε κάτι, αυτό μάλλον δεν ήταν τόσο καλή ιδέα. Ας παίζουν τα παιδιά μας στο σχολείο αλλά εμείς δε χρειάζεται να βρεθούμε ξανά και να βιώσουμε τις πιο άβολες δύο ώρες των τελευταίων 3 χρόνων της ζωής μας”.
Γιατί όπως και στο dating, έτσι και στο play-dating, υπάρχουν κάποιοι άρρητοι κανόνες που όλοι γνωρίζουμε, κάπως, και κανείς μας δεν τολμάει να σπάσει. Και ενώ στο dating απλά προχωράς παρακάτω (plenty of fish in the sea), στο play-dating είναι λίγο πιο δύκολο όταν ξέρεις πως το παιδί σου παίζει με ένα άλλο παιδί μα εσύ δε μπορείς με τίποτα να αλληλεπιδράσεις με τους άλλους γονείς και να χτίσετε μια ωραία σχέση η οποία μπορεί να κρατήσει χρόνια. Είναι λίγο σαν προσωπική αποτυχία, σαν να μην προσπάθησες αρκετά για το παιδί σου, σαν να του στερείς ίσως μια φιλία που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μακροχρόνια, ή πάλι σαν να έχεις μεγαλώσει αρκετά για να κάνεις τα στραβά μάτια σε πράγματα που δε σου ταιριάζουν.

Και κάπως έτσι καταλήγεις στα 30+ σου να βγαίνεις “ραντεβού” που είναι πολύ πιο messy (κυριολεκτικά) και άβολα από τα ραντεβού των 20 σου, και μέσα σου ξέρεις πως το σύμπαν γελάει, γιατί εκεί που νόμιζες πως έκλεισε ένας κύκλος, ανοίγει ένας άλλος που δεν είναι ακριβώς ίδιος αλλά μοιάζει τρομακτικά πολύ, κι αναρωτιέσαι αν έτσι θα πάει από εδώ και πέρα, με κύκλους μέσα σε κύκλους με αυξανόμενη διάμετρο και βαθμό δυσκολίας.
Αν υπάρχει τουλάχιστον κάτι το θετικό σε ένα όχι και τόσο επιτυχημένο play-date είναι πως έχεις αρκετά σνακ για τις επόμενες τρεις μέρες, κι αν είσαι τυχερός, και κανένα γλυκό για να βγάλεις την εβδομάδα που έρχεται. Α, και κάτι ακόμα: αν μη τι άλλο, τώρα έχεις έναν πολύ κοντινό άνθρωπο για να συζητάς τα αποτυχημένα “ραντεβού” σου, και να γελάτε παρέα λίγο πριν πέσετε για ύπνο. Αυτή είναι, αν θες, η μεγαλύτερη νίκη μέσα σε όλα αυτά.
Pin this


