Πριν λίγες μέρες βρεθήκαμε με το toddler σε μία παιδική χαρά κοντά στη γειτονιά μας. Ένα ηλιόλουστο πρωινό Κυριακής και όλοι οι γονείς είχαν την ίδια ιδέα με εμάς για να απασχολήσουν τα παιδιά τους. Όπως σε κάθε παιδική χαρά, οι τύποι γονιών που έβλεπα ήταν ποικίλοι, από τη μαμά που κυνηγούσε τον Απόλλωνα με τη μπανάνα μέχρι τον μπαμπά που χάζευε στο κινητό αδιαφορώντας για την κόρη του η οποία είχε κρεμαστεί ανάποδα στις κούνιες, θυμίζοντας μου πως, όπως και τα σχολεία, έτσι και οι παιδικές χαρές είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας και του μέλλοντος. Αυτό όμως που μου έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν μια συγκεκριμένη μαμά, γύρω στα 38 με δίδυμα αγόρια περίπου 18 μηνών. Τα αγοράκια, ζωηρά όπως επιβάλλει η ηλικία τους, αλλά αρκετά υπάκουα, και σίγουρα όχι αγρίμια, όπως πολλά άλλα νήπια σε αυτή τη φάση. Η μαμά τους από την άλλη ήταν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, φωνάζοντας τους με το παραμικρό, αγκομαχώντας κάθε φορά που της ζητούσαν αγκαλιά, και αγανακτώντας με κάθε τους κλάμα. Η δυσαρέσκεια της έρεε από κάθε της πόρο, και τα δικά μου συναισθήματα ήταν ανάμεικτα, σκεφτόμενη πως αυτή η μαμά ήταν η προσωποποίηση της πλειοψηφίας των σύγχρονων μαμάδων (συμπεριλαμβανόμενου και εμού), και η δημόσια εκδήλωση όλων όσων βιώνουμε και αισθανόμαστε όλες εμείς, αλλά αποφεύγουμε να εκφράζουμε (όχι μόνο δημόσια) σκεφτόμενες με μια κάποια ενοχή πως τα δικά μας αρνητικά συναισθήματα δεν πρέπει να βγαίνουν στην επιφάνεια αλλά να καταπνίγονται για το καλό των παιδιών.
Κάθε φορά όμως που βάζουμε το καλό των παιδιών μπροστά, σπρώχνουμε τον εαυτό μας λίγο πιο πέρα και λίγο πιο πέρα, μέχρι που μια μέρα αρχίζουμε να ουρλιάζουμε στην παιδική χαρά προκαλώντας τον οποιοδήποτε να μας στραβοκοιτάξει και να βρεθεί αντιμέτωπος με τον οχετό των σκέψεων που τόσο καιρό κρατούσαμε φυλακισμένες. Μήπως είναι η ώρα να κοιτάξουμε λίγο καλύτερα γύρω μας και να αναρωτηθούμε γιατί (τόσες) μαμάδες βρίσκονται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, και τι πρέπει να γίνει γι’αυτό;
Πολύ συχνά, όταν συζητάω τις δυσκολίες του να μεγαλώνω δύο μικρά παιδιά, χωρίς να θέτω καν στην εξίσωση το κομμάτι “εργασία” και “σπίτι”, οι προβληματισμοί και τα “παράπονα” μου πέφτουν στο κενό, αφού δέχομαι απαντήσεις όπως “και εμείς περάσαμε δύσκολα”, “πού να σου πω τι τράβηξα εγώ”, “εμείς δεν είχαμε καμία βοήθεια”, απαντήσεις που όχι μόνο δεν προσφέρουν καμία ψυχολογική υποστήριξη αλλά προσθέτουν επιπλέον βάρος στη μητρική συνείδηση του να θέλεις να κάνεις τα πάντα για τα παιδιά σου και να μην σκεφτείς στιγμή πόσο σου λείπουν τα χρόνια πριν γίνεις γονιός. Όμως η μαμά του σήμερα δε θέλει να ακούσει πόσο δύσκολα πέρασες εσύ, δεν την ενδιαφέρει γιατί δεν αναζητά την ελπίδα. Ξέρεις πως θα τα καταφέρει απλά και μόνο επειδή δεν έχει άλλη επιλογή. Το ζητούμενο είναι άλλο: να βρει έναν άνθρωπο να την ακούσει, να την καταλάβει, να κοιτάξει μέσα της, και να της πει “μαμά το’χεις. ξέρω πως ζορίζεσαι, ξέρω ότι υπάρχουν στιγμές που λυγίζεις και καταρρέεις, αλλά θέλω να πιστέψεις σε σένα και πώς κάνεις το καλύτερο δυνατό“. Θέλει να νιώσει πως δεν είναι αόρατη, πως δεν έχει χαθεί τελείως πίσω από το ρόλο της μαμάς που την αναγάγει ξαφνικά σε ένα ακούραστο πολυεργαλείο που έχεις τις λύσεις για τα πάντα.
Θέλει να σταματήσει να ακούει για το self-care και την αυτοφροντίδα, που για ανθρώπους χωρίς παιδιά είναι μια ατέλειωτη λίστα από πράγματα, αλλά για εκείνη περιορίζεται σε ένα ζεστό μπάνιο χωρίς κάποιο παιδί να την παρενοχλεί με ατέλειωτα “πώς” και “γιατί”, ή μια βόλτα μόνη της που κάπως θα καταλήξει πάλι να γίνεται ευκαιρία για να σβήσει μερικά πράγματα από τα ατέλειωτα to do της. Αυτό δεν είναι self-care, ούτε τη βοηθάει να πάρει μια ανάσα, να ξαναγεμίσει τις μπαταρίες της, να ξαναβρει τον εαυτό της πριν βουτήξει ξανά στη θάλασσα της μητρότητας. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο πως έχουμε ανάγκη από διαλείμματα, όχι “μια στο τόσο”, αλλά κάθε βδομάδα. Όπως ακριβώς η δουλειά μας είναι πέντε μέρες on δύο μέρες off, έτσι και η γονεϊκότητα θα έπρεπε να έχει μικρές παύσεις γιατί το συνέχεια μαζί καταλήγει να γίνεται αποπνικτικό και να σε κάνει να βλέπεις το παιδί σου ως εμπόδιο και όχι ως χαρά και ευτυχία. Γιατί είσαι άνθρωπος, έχεις όρια, κουράζεσαι.
Ναι, επιλέξαμε να γίνουμε μαμάδες. Όμως δεν επιλέξαμε τι παιδιά θα αποκτήσουμε, πόσο εύκολα, δύσκολα, απαιτητικά, γκρινιάρικα θα είναι. Ούτε ξέραμε, ούτε μπορούσαμε να προβλέψουμε πόσο θα μας τέντωναν τα terrible twos και τα horrible threes. Ούτε είναι ντροπή να υπάρχουν δύσκολες στιγμές που το νήπιο ουρλιάζει και κυλιέται στα πατώματα και εσύ θέλεις απλά να απομακρυνθείς γιατί αυτό το παιδί δεν είναι ένα παιδί με το οποίο θέλεις να αλληλεπιδράσεις. Είναι εντάξει όλα αυτά μα κανείς δεν στο λέει. Και εννοείται πως θα επιβιώσουμε γιατί κάθε μέρα που περνάει το παιδί μεγαλώνει, ωριμάζει, ησυχάζει, και οι όποιες δυσκολίες του μεταλλάσσονται σε κάτι καινούριο. Όπως αλλάζεις και εσύ, τα όρια σου, η εμπειρία σου, οι δεξιότητες σου.
Ας μην φτάνουμε όμως στα πρόθυρα του γκρεμού. Ας μην καταλήγουμε να ουρλιάζουμε στα μωρά μας στις παιδικές χαρές, ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε να ουρλάξουμε για βοήθεια, κάτι που ήταν κάποτε αυτονόητο στα χωριά και τις μικρές κοινότητες, μα στην απρόσωπη πόλη έχει χαθεί. Ας μην αφήνουμε τις μαμάδες να φτάνουν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Ας τους απλώνουμε το χέρι, ας τους λέμε “ξέρω”, κι ας απασχολούμε λίγο το παιδί, τα παιδιά, για να μπορέσουν εκείνες, εμείς, να καθίσουμε λίγο στο παγκάκι και να απολαύσουμε τον ήλιο. Κάτι τόσο απλό, μα τόσο σπουδαίο.
Pin this



